Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

ΠΑΝΤΟΒΑ: η πόλη διαμονής μας στη διάρκεια του εκπαιδευτικού προγράμματος

PADOVA
Η Πάντοβα διεκδικεί τον τίτλο της αρχαιότερης πόλης στη βόρεια Ιταλία. Σύμφωνα με μια παράδοση, που χρονολογείται τουλάχιστον στην Αινειάδα του Βιργίλιου και ανακαλύφθηκε εκ νέου από το μεσαιωνικό δήμο, ιδρύθηκε το 1183 π.Χ. από τον πρίγκιπα της Τροίας Αντήνορα, που υποτίθεται ότι οδήγησε το λαό των Ενετών ή Βένετων από την Παφλαγονία στην Ιταλία. Η πόλη ξέθαψε μια μεγάλη πέτρινη σαρκοφάγο το 1274 και διακήρυξε ότι αποτελούσε τα λείψανα του Αντήνορα. Το Πατάβιουμ, όπως ήταν γνωστή η Πάντοβα από τους Ρωμαίους, κατοικήθηκε από τους Βένετους της Αδριατικής. Φημίζονταν για τις εξαιρετικές ράτσες των αλόγων τους και το μαλλί των προβάτων τους. Οι άνδρες της πολέμησαν για τους Ρωμαίους στις Κάννες. Η πόλη ήταν Ρωμαϊκό municipium (ισοπολίτιδα πόλη) από το 45 ή 43 π.Χ. Ήταν τόσο ισχυρή που σύμφωνα με πληροφορίες μπορούσε να διαθέτει διακόσιες χιλιάδες μάχιμους άνδρες. To γειτονικό Αμπανο είναι η γενέτειρα του φημισμένου ιστορικού Λίβιου. Η Πάντοβα ήταν επίσης η γενέτειρα του Βαλέριου Φλάκου, του Ασκόνιου Πεδιάνου και του Θρασέα Παίτου. Λέγεται ότι η περιοχή εκχριστιανίσθηκε από τον Άγιο Προδρομίσκο, που τιμάται ως ο πρώτος επίσκοπος της πόλης.
Η ιστορία της Πάντοβας κατά την ύστερη Αρχαιότητα ακολουθεί την πορεία των γεγονότων που ήταν κοινή για τις περισσότερες πόλεις της βορειοανατολικής Ιταλίας. Η Πάντοβα υπέφερε σοβαρά από την εισβολή των Ούννων υπό τον Αττίλα (452). Κατόπιν περιήλθε στους Γότθους βασιλιάδες Οδόακρο και Θευδέριχο το Μέγα. Εντούτοις κατά το Γοτθικό Πόλεμο ανακαταλήφθηκε από τους Βυζαντινούς το 540. Η πόλη καταλήφθηκε πάλι από τους Γότθους υπό τον Τοτίλα, αλλά επαναφέρθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από το Ναρσή το 568.Στη συνέχεια πέρασε στον έλεγχο των Λομβαρδών. Το 601 η πόλη επαναστάτησε κατά του Λομβαρδού βασιλιά Αγιλούλφου, από τον οποίο, αφού υπέστη μια 12χρονη μακρά και αιματηρή πολιορκία, καταλήφθηκε και κάηκε. Οι αρχαιότητες της Πάντοβας υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Τα μόνα που απομένουν σήμερα από τη Ρωμαϊκή Πάντοβα είναι τα υπολείμματα ενός αμφιθεάτρου (Arena) και μερικά θεμέλια γεφυρών. Οι κάτοικοι της πόλης διέφυγαν στους λόφους και επέστρεψαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζειν μέσα στα ερείπια. Η άρχουσα τάξη εγκατέλειψε την πόλη για τη Λιμνοθάλασσα της Βενετίας, σύμφωνα με ένα χρονικό. Η πόλη δεν ανέκαμψε εύκολα από αυτό το πλήγμα και η Πάντοβα ήταν ακόμη αδύνατη, όταν οι οι Φράγκοι διαδέχθηκαν τους Λομβαρδούς ως κύριοι της βόρειας Ιταλίας.
Κυριαρχία των Επισκόπων γερμανικής καταγωγής
Στη Δίαιτα του Αιξ λα Σαπέλ (828), το δουκάτο και το έδαφος του Φρίουλι, στο οποίο ανήκε η Πάντοβα, διαιρέθηκε σε τέσσερις κομητείες, μία από τις οποίες πήρε τον τίτλο της από την πόλη της Πάντοβας. Το τέλος του πρώιμου Μεσαίωνα στην Πάντοβα σημαδεύτηκε από τη λεηλασία της πόλης από τους Ούγγρους το 899. Πέρασαν πολλά χρόνια για να ανακάμψει η Πάντοβα από αυτή την καταστροφή. Κατά την περίοδο της επισκοπικής κυριαρχίας στις πόλεις της βόρειας Ιταλίας, η Πάντοβα δεν εμφανίζεται να είναι ούτε πολύ σημαντική ούτε πολύ ζωντανή. Η γενική τάση της πολιτικής της κατά τον πόλεμο των διορισμών ήταν Αυτοκρατορική και όχι Ρωμαϊκή. Και οι επίσκοποί της ήταν, στο μεγαλύτερο διάστημα, Γερμανοί.
Υπογείως γίνονταν αρκετές σημαντικές κινήσεις, που επρόκειτο να διαμορφώσουν την κατοπινή εξέλιξη της Πάντοβας. Στις αρχές του 11ου αιώνα οι πολίτες θέσπισαν ένα σύνταγμα, αποτελούμενο από ένα γενικό συμβούλιο ή νομοθετική συνέλευση, και ένα credenza ή εκτελεστικό σώμα. Τον επόμενο αιώνα ενεπλάκησαν σε πολέμους με τη Βενετία και τη Βιτσέντζα για το δικαίωμα ναυσιπλοΐας στον Μπατσιλιόνε και στον Μπρέντα. Αυτό σήμαινε ότι η πόλη αύξανε την ισχύ και την αυτοδυναμία της. Άρχισαν να αναδύονται οι μεγάλες οικογένειες Καμποσαμπιέρο, Έστε και Ντα Ρομάνο και να μοιράζονται μεταξύ τους την περιοχή της Πάντοβας. Οι πολίτες, για να προστατεύσουν τις ελευθερίες τους, αναγκάστηκαν να εκλέξουν ένα ποντεστά. Η πρώτη τους επιλογή ήταν ένας από την οικογένεια Έστε. Mια φωτιά κατέστρεψε την Πάντοβα το 1174, πράγμα που έκανε αναγκαία την πραγματική ανοικοδόμηση της πόλης. Η προσωρινή επιτυχία της Λομβαρδικής Συμμαχίας συνέβαλε στην ενίσχυση των πόλεων. Εντούτοις ο ανταγωνισμός τους τις έκανε πάλι να αδυνατίσουν. Το αποτέλεσμα ήταν το 1236 ο Φρειδερίκος Β΄ να μπορέσει εύκολα να επιβάλει τον εφημέριό του Ετσελίνο Γ΄ντα Ρομάνο στην Πάντοβα και τις γειτονικές πόλεις, όπου συμπεριφέρθηκε με τρομερή βαναυσότητα στους κατοίκους. Ο Ετσελίνο εκθρονίστηκε το 1256 χωρίς αιματοχυσία αμάχων, χάρις στον Πάπα Αλέξανδρο Δ΄. Tότε η Πάντοβα γνώρισε περίοδο ηρεμίας και ευημερίας. Άρχισε η ανέγερση της βασιλικής του Αγίου και οι Παντοβάνοι έγιναν κύριοι της Βιτσέντζας. Το 1222 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο της Πάντοβας (το δεύτερο πανεπιστήμιο στην Ιταλία, μετά της Μπολόνιας) και, καθώς άκμασε το 13ο αιώνα, η Πάντοβα ξεπέρασε τη Μπολόνια, όπου δεν είχε γίνει καμία προσπάθεια να επεκταθεί η αναβίωση των αρχαίων κλασικών πέραν από το πεδίο της νομολογίας, για να γίνει κέντρο των πρώτων ανθρωπιστικών ερευνών, με μια από πρώτο χέρι γνώση των Ρωμαίων ποιητών, που ήταν ασυναγώνιστη στην Ιταλία ή πέρα από τις Άλπεις.
Όμως η άνοδος της Πάντοβας κατά τον 13ο αιώνα έφερε τελικά την πόλη σε σύγκρουση με τον Καν Γκράντε ντέλα Σκάλα, άρχοντα της Βερόνας. Το 1311 η Πάντοβα έγινε φόρου υποτελής στη Βερόνα. Ο Τζάκοπο ντα Καρράρα εξελέγη άρχοντας της Πάντοβας το 1318. Από τότε μέχρι το 1405 εννέα μέλη της σχετικά φωτισμένης οικογένειας Καρραρέζι έγιναν ο ένας μετά τον άλλο άρχοντες της πόλης, με την εξαίρεση μιας σύντομης περιόδου επικυριαρχίας των Σκαλιτζέρι μεταξύ 1328 και 1337 και δύο ετών (1338 - 1390) οπότε την πόλη κατείχε ο Τζιανγκαλεάτσο Βισκόντι.
Η περίοδος των Καρραρέζι ήταν ένα μακρό διάστημα ανησυχίας, γιατί οι Καρραρέζι ήταν διαρκώς σε πόλεμο. Υπό τους Καρραρέζι οι πρώτοι ουμανιστικοί κύκλοι στο πανεπιστήμιο ουσιαστικά απολύθηκαν. Ο Αλμπερτίνο Μουσάτο, ο πρώτος σύγχρονος ποιητής πτυχιούχος, πέθανε εξόριστος στην Κιόγκα το 1329 και ενδεχόμενος κληρονόμος της παράδοσης της Πάντοβας ήταν ο "tοσκανέζος Πετράρχης". Το 1387 ο Τζον Χόουκγουντ κέρδισε, για την Πάντοβα, τη Μάχη του Καστανιάρο, κατά του Τζιοβάνι Ορντελάφι, για τη Βερόνα. Η περίοδος των Καρραρέζι έφτασε τελικά στο τέλος της, καθώς μεγάλωνε η δύναμη των Βισκόντι και της Βενετίας.
Η Πάντοβα περιήλθε στη διοίκηση της Βενετίας το 1405, όπου κυρίως παρέμεινε μέχρι την πτώση της Δημοκρατίας της Βενετίας το 1797. Υπήρξε μόνο μια σύντομη περίοδος, οπότε η πόλη άλλαξε χέρια (το 1509) κατά τους πολέμους της Συμμαχίας του Καμπραί. Στις 10 Δεκεμβρίου 1508 εκπρόσωποι του Πάπα, της Γαλλίας, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του Φερδινάνδου Α΄ της Ισπανίας συνήψαν τη Συμμαχία του Καμπραί κατά της Δημοκρατίας. H συμφωνία προέβλεπε τον πλήρη διαμελισμό των Ιταλικών εδαφών της Βενετίας μεταξύ αυτών που την υπέγραψαν. Ο Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ των Αψβούργων επρόκειτο να πάρει την Πάντοβα, μαζί με τη Βερόνα και άλλα εδάφη. Το 1509 η Πάντοβα καταλήφθηκε για λίγες μόνο βδομάδες από υποστηρικτές του αυτοκράτορα. Γρήγορα όμως την ανακατέλαβαν Ενετικά στρατεύματα και την υπερασπίστηκαν με επιτυχία κατά την πολιορκία των Αυτοκρατορικών στρατευμάτων (Πολιορκία της Πάντοβας - 1509). Η πόλη κυβερνιόταν από δύο Ενετούς ευγενείς, ένα ποντεστά για τις πολιτικές και ένα καπετάνιο για τις στρατιωτικές υποθέσεις, που καθένας τους εκλεγόταν για δεκαέξι μήνες. Υπό αυτούς τους κυβερνήτες το μεγάλο και το μικρό συμβούλιο συνέχισαν να διεκπεραιώνουν τις δημοτικές υποθέσεις και να εφαρμόζουν το δίκαιο της Πάντοβας, που περιλαμβανόταν στις νομοθεσίες του 1276 και του 1362. Το ταμείο διαχειρίζονταν δύο οικονόμοι και κάθε πέντε χρόνια οι Παντοβάνοι έστελναν ένα από τους ευγενείς τους να διαμένει ως πρεσβευτής στη Βενετία και να επαγρυπνεί για τις υποθέσεις της πόλης του. Η Βενετία οχύρωσε την Πάντοβα με νέα τείχη που χτίστηκαν μεταξύ 1507 και 1544 με σειρά μνημειακών πυλών.
Αυστριακή διοίκηση
Το 1797 η Δημοκρατία της Βενετίας εξαλείφθηκε από το χάρτη με τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο και η Πάντοβα παραχωρήθηκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία και στη συνέχεια το 1806 περιήλθε στο Γαλλικό Βασίλειο της Ιταλίας. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα το 1814 η πόλη έγινε τμήμα του νεοδημιουργημένου Βασιλείου Λομβαρδίας-Βενετίας. Oι Αυστριακοί ήταν αντιπαθείς στους προοδευτικούς κύκλους στη βόρεια Ιταλία, αλλά τα αισθήματα του πληθυσμού (από τις κατώτερες μέχρι τις ανώτερες τάξεις) ήταν ανάμεικτα. Η Πάντοβα, το έτος των επαναστάσεων του 1848, γνώρισε μια φοιτητική εξέγερση, που στις 8 Φεβρουαρίου μετέτρεψε το Πανεπιστήμιο και το Καφέ Πεντρόκι σε πεδία μάχης , όπου φοιτητές και απλοί Παντοβάνοι πολεμούσαν δίπλα δίπλα. Η εξέγερση όμως ήταν βραχύβια και δεν συνέβησαν άλλες αναταραχές υπό την Αυστριακή Αυτοκρατορία (ούτε προγενέστερα είχαν συμβεί), όπως στη Βενετία ή άλλα μέρη στην Ιταλία, ενώ οι αντιτιθέμενοι στην Αυστρία αναγκάσθηκαν να εξοριστούν. Υπό την Αυστριακή διοίκηση η Πάντοβα άρχισε τη βιομηχανική της ανάπτυξη. Μία από τις πρώτες Ιταλικές σιδηροδρομικές γραμμές, η Πάντοβα - Βενετία, κατασκευάσθηκε το 1845. Το 1866 η μάχη του Καίνιγκρατς έδωσε την ευκαιρία στην Ιταλία, ως σύμμαχο της Πρωσίας, να πάρει τη Βενετία και η Πάντοβα προσαρτήθηκε επίσης στο πρόσφατα δημιουργημένο Βασίλειο της Ιταλίας. Προσαρτημένη στην Ιταλία το 1866, η Πάντοβα ήταν στο κέντρο της φτωχότερης περιοχής της Βόρειας Ιταλίας, όπως ήταν το Βένετο μέχρι τη δεκαετία του 1960. Ωστόσο η πόλη ήκμασε κατά τις επόμενες δεκαετίες τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, αναπτύσσοντας τη βιομηχανία της, όντας σημαντική αγροτική αγορά και διαθέτοντας ένα πολύ σημαντικό πολιτιστικό και τεχνολογικό κέντρο, όπως το Πανεπιστήμιο. Η πόλη φιλοξενούσε επίσης μια μεγάλη στρατιωτική διοίκηση και στρατιωτικές μονάδες.
Όταν η Ιταλία μπήκε στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο στις 24 Μαΐου 1915, η Πάντοβα επελέγη ως η ανώτερη διοίκηση του Ιταλικού Στρατού. Ο βασιλιάς, Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄, και ο αρχιστράτηγος Καντόρνα πήγαν να ζήσουν στην Πάντοβα για την περίοδο του πολέμου. Μετά την ήττα της Ιταλίας στη μάχη του Καπορέττο το φθινόπωρο του 1917, η γραμμή του μετώπου μετατοπίστηκε στον ποταμό Πιάβε, μόνο 50-60 χλμ. από την Πάντοβα και η πόλη ήταν τώρα στο βεληνεκές του Αυστριακού πυροβολικού. Εντούτοις η Ιταλική στρατιωτική διοίκηση δεν υποχώρησε. Η πόλη βομβαρδίστηκε πολλές φορές (περίπου 100 άμαχοι νεκροί). Αξιομνημόνευτο κατόρθωμα ήταν η πτήση του Γκαμπριέλε Ντ' Ανούντσιο στη Βιέννη από το γειτονικό αεροδρόμιο του Κάστρου Σαν Πελάτζιο. Ένα χρόνο αργότερα ο κίνδυνος για την Πάντοβα απομακρύνθηκε. Στα τέλη του Οκτωβρίου του 1918 ο Ιταλικός Στρατός κέρδισε την αποφασιστική μάχη του Βιττόριο Βένετο (ακριβώς ένα χρόνο μετά το Καπορέττο) και οι Αυστριακές δυνάμεις κατέρρευσαν. Η ανακωχή υπογράφηκε στην Πάντοβα, στη Βίλλα Τζιούστι, στις 3 Νοεμβρίου 1918, με την Αυστροουγγαρία να παραδίδεται στην Ιταλία. Κατά τον πόλεμο η βιομηχανία προόδευσε έντονα και αυτό πρόσφερε στην Πάντοβα μια βάση για περαιτέρω ανάπτυξη μεταπολεμικά. Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν το Μεγάλο Πόλεμο, η Πάντοβα αναπτύχθηκε έξω από το ιστορικό κέντρο, αυξάνοντας τον πληθυσμό της, παρά τις ανεξέλεγκτες εργατικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής. Όπως πολλές άλλες περιοχές της Ιταλίας και εκτός αυτής, η Πάντοβα βίωσε μεγάλο κοινωνικό αναβρασμό τα χρόνια αμέσως μετά το Μεγάλο Πόλεμο. Η πόλη σαρωνόταν από απεργίες και συγκρούσεις, εργοστάσια και αγροκτήματα τελούσαν υπό κατάληψη και βετεράνοι του πολέμου αγωνίζονταν να επανενταχθούν στην πολιτική ζωή. Πολλοί υποστήριζαν ένα νέο πολιτικό μέσο, το Φασισμό. Όπως σε άλλα μέρη της Ιταλίας, το φασιστικό κόμμα στην Πάντοβα, γρήγορα κατέληξε να θεωρείται υπερασπιστής της ιδιοκτησίας και της τάξης ενάντια στην επανάσταση. H πόλη υπήρξε επίσης ο τόπος μιας από τις μεγαλύτερες μαζικές φασιστικές συγκεντρώσεις, όπου φέρεται να έχουν παρακολουθήσει μια ομιλία του Μουσολίνι πάνω από 300.000 άνθρωποι. Στην πόλη ξεφύτρωσαν νέα κτίρια, της χαρακτηριστικής φασιστικής αρχιτεκτονικής. Παραδείγματα σωζόμενα σήμερα υπάρχουν στα κτίρια που πλαισιώνουν την Πιάτσα Σπαλάτο (σήμερα Πιάτσα Ινσουρετσιόνε), ο σιδηροδρομικός σταθμός, η νέα πτέρυγα του Δημαρχείο και τμήμα του Παλατιού Μπο, που στεγάζει το Πανεπιστήμιο. Mετά την ήττα της Ιταλίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, η Πάντοβα αποτέλεσε τμήμα της Δημοκρατίας του Σαλό, του κράτους-μαριονέτα των Ναζί κατακτητών. Η πόλη φιλοξενούσε το Υπουργείο Δημόσιας Εκπαίδευσης του νέου κράτους, καθώς και διοικήσεις στρατού και πολιτοφυλακής και ένα στρατιωτικό αεροδρόμιο. Η Ρεζιστέντσα, οι Ιταλοί παρτιζάνοι, είχε έντονη δράση κατά τόσο της νέας φασιστικής διοίκησης όσο και των Ναζί. Ένας από τους κύριους ηγέτες ήταν ο αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Κοντσέτο Μαρκέζι. Η πόλη βομβαρδίσθηκε πολλές φορές από Συμμαχικά αεροπλάνα. Χειρότερο πληγείσες περιοχές ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός και η βόρεια συνοικία Αρτσέλα. Σε ένα από αυτούς τους βομβαρδισμούς καταστράφηκε η όμορφη εκκλησία Ερεμιτάνι, με τοιχογραφίες του Αντρέα Μαντένια, (που θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς της τέχνης η μεγαλύτερη πολιτιστική απώλεια του πολέμου για την Ιταλία). Η πόλη απελευθερώθηκε τελικά από παρτιζάνους και στρατεύματα της Νέας Ζηλανδίας στις 28 Απριλίου 1945. Ένα μικρό Πολεμικό Νεκροταφείο της Κοινοπολιτείας βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της πόλης, για να θυμίζει τη θυσία τους. Μετά τον πόλεμο η πόλη αναπτύχθηκε γρήγορα, εκφράζοντας την άνοδο του Βένετο από φτωχότερη περιοχή της βόρειας Ιταλίας σε μια από τις πλουσιότερες και πιο δραστήριες περιοχές της σύγχρονης Ιταλίας.
Το Παρεκκλήσι των Σκροβένι (Ιταλικά Cappella degli Scrovegni) είναι το πιο ονομαστό αξιοθέατο της Πάντοβας. Στεγάζει ένα αξιόλογο κύκλο τοιχογραφιών που ολοκληρώθηκαν το 1305 από τον Τζιότο. Παραγγέλθηκε από τον Ενρίκο ντέλι Σκοροβένι, πλούσιο τραπεζίτη, ως ιδιωτικό παρεκκλήσι, που κάποτε προσκολλήθηκε στο παλάτι της οικογένειάς του. Λέγεται επίσης ΄΄Παρεκκλήσι της Αρένας΄΄, γιατί βρίσκεται στη θέση αρένας της Ρωμαϊκής εποχής. Ο κύκλος των τοιχογραφιών διηγείται τη ζωή της Παναγίας και έχει αναγνωρισθεί από πολλούς ως ένας από τους σημαντικότερους κύκλους τοιχογραφιών στον κόσμο. Περιλαμβάνει επίσης μία από τις αρχαιότερες αναπαραστάσεις φιλιού στην ιστορία της τέχνης ( Συνάντηση στη Χρυσή Πύλη, 1305). Η είσοδος στο παρεκκλήσι είναι περίπλοκη δοκιμασία, καθώς συνεπάγεται τη διάθεση 15 λεπτών πριν από την είσοδο σε μια κλιματικά ελεγχόμενη, αεροστεγή αίθουσα,που χρησιμεύει για να κρατάει σταθερή τη θερμοκρασία στο εσωτερικό του παρεκκλησιού, προκειμένου να επιτευχθεί η διατήρησή του.
Το Palazzo della Ragione, με τη μεγάλη του αίθουσα στον επάνω όροφο, φημίζεται ότι έχει τη μεγαλύτερη οροφή που δεν υποστηρίζεται από κίονες στην Ευρώπη. Η αίθουσα είναι σχεδόν ορθογώνια, με μήκος 81,5 μ., πλάτος 27 μ. και ύψος 24 μ. και οι τοίχοι καλύπτονται με αλληγορικές τοιχογραφίες. To κτίριο στέκεται πάνω σε αψίδες και o πάνω όροφος περιβάλλεται από μια ανοικτή περίστυλη στοά, όμοια με εκείνη που περιβάλλει τον καθεδρικό της Βιτσέντζας. Το Παλάτσο άρχισε να κτιζεται το 1172 και τελείωσε το 1219. Το 1306 ο Φρα Τζιοβάννι, Aυγουστίνος μοναχός, κάλυψε το σύνολο με μια στέγη. Αρχικά υπήρχαν τρεις στέγες, που κάλυπταν τους τρεις θαλάμους, στους οποίους η αίθουσα διαιρείτο αρχικά. Οι τοίχοι της εσωτερικής διαίρεσης παρέμειναν μέχρι την πυρκαγιά του 1420, οπότε οι Βενετσιάνοι αρχιτέκτονες που ανέλαβαν την ανακαίνιση τους αφαίρεσαν, μετατρέποντας τους τρεις χώρους σε ένα και σχηματίζοντας τη σημερινή μεγάλη αίθουσα, το Salone. Ο νέος χώρος ξανατοιχογραφήθηκε από το Νικολό Μιρέττο και το Στέφανο ντα Φερράρα, από το 1425 ως το 1440. Κάτω από τη μεγάλη αίθουσα υπάρχει μια αιωνόβια αγορά. Στην Πιάτσα ντέι Σινιόρι είναι η ωραία περίστυλη στοά ονόματι Gran Guardia (1493 - 1526) και σε κοντινή απόσταση το Palazzo del Capitanato, κατοικία των Βενετσιάνων κυβερνητών, με τη μεγάλη του πόρτα, έργο του Τζιοβάννι Μαρία Φαλκονέττο, του Βερονέζου αρχιτέκτονα-γλύπτη, που εισήγαγε στην Πάντοβα την Αναγεννησιακή αρχιτεκτονική και ολοκλήρωσε την πόρτα το 1532. O Φαλκονέττο ήταν ο αρχιτέκτονας του περίστυλου κήπου του Αλβίζε Κορνάρο (Loggia Cornaro), του πρώτου απολύτως Αναγεννησιακού κτιρίου στην Πάντοβα. Εκεί κοντά ο Καθεδρικός ανακαινίστηκε το 1552 σύφωνα με σχέδιο του Μιχαήλ Αγγελου. Περιέχει έργα των Νικολό Σεμιτέκολο, Φραντσέσκο Μπασάνο και Τζιόρτζιο Σιαβόνε. To κοντινό Βαπτιστήριο, που καθαγιάστηκε το 1281, στεγάζει το σημαντικότερο κύκλο τοιχογραφιών του Τζιούστο ντε Μεναμπουόι.
Η διασημότερη από τις εκκλησίες της Πάντοβας είναι η Basilica di Sant’ Antonio da Padova, τοπικά απλώς γνωστή ως Il Santo (Ο Αγιος). Τα οστά του αγίου βρίσκονται σε ένα παρεκκλήσι πλούσια διακοσμημένο με σκαλιστά μάρμαρα, έργο διαφόρων καλλιτεχνών, ανάμεσά τους οι Σανσοβίνο και Φαλκονέττο.
Η βασιλική ξεκίνησε το 1230 περίπου και ολοκληρώθηκε τον επόμενο αιώνα. Η παράδοση λέει ότι το κτίριο σχεδιάσθηκε από τον Νικόλα Πιζάνο. Επιστεγάζεται από επτά τρούλους, οι δύο πυραμιδοειδείς. Υπάρχουν επίσης προς επίσκεψη τέσσερις ωραίες σκήτες.
Ο μεγαλοπρεπής έφιππος ανδριάντας, έργο του Ντονατέλλο, του Βενετσιάνου στρατηγού Γκαταμελάτα (Εράσμο ντα Νάρνι). Βρίσκεται στην πλατεία μπροστά από τη Basilica di Sant’ Antonio da Padova. Εγινε το 1453 και ήταν ο πρώτος σε φυσικό μέγεθος ορειχάλκινος έφιππος ανδριάντας μετά την αρχαιότητα. Τον εμπνεύσθηκε από τον έφιππο ανδριάντα του Μάρκου Αυρήλιου στον Καπιτολίνο Λόφο της Ρώμης. Κοντά στο άγαλμα του Γκαταμελάτα είναι το Προσευχητήριο του Αγίου Γεωργίου (13ος αιώνας), με τοιχογραφίες του Αλτικιέρο, και η Scuola di S. Antonio (16oς αιώνας), με τοιχογραφίες του Τιτσιάνο.
Εν από τα γνωστότερα σύμβολα της Πάντοβας είναι το Prato della Valle, μία ελλειπτική πλατεία 90 στρεμμάτων. Θεωρείται η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, μετά την Πλας ντε Κενκόνς στο Μπορντό. Στο κέντρο είναι ένας μεγάλος κήπος, περιβαλλόμενος από μία μεγάλη τάφρο, που πλαισιώνεται από 78 αγάλματα, που απεικονίζουν επιφανείς πολίτες. Δημιουργήθηκε από τον Αντρέα Μέμμο στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Μέμμο κάποτε κατοικούσε στο μνημειακό Palazzo Angeli του 15ου αιώνα, που τώρα στεγάζει το Μουσείο των Προδρόμων του Κινηματογράφου. Μονή της Αγίας Ιουστίνης και η παρακείμενη βασιλική. Το 15ο αιώνα έγινε ένα από τα σπουδαιότερα μοναστήρια της περιοχής, μέχρι που κλείστηκε από το Ναπολέοντα το 1810. Άνοιξε εκ νέου το 1919. Στο εσωτερικό στεγάζονται οι τάφοι αρκετών αγίων, όπως της Ιουστίνης, του Αγίου Προσδόκιμου, του Αγίου Μάξιμου, του Αγιου Ούριου, της Σάντα Φελιτσιτά, του Αγίου Ιουλιανού, καθώς και λείψανα του Απόστολου Ματθία και του Ευαγγελιστή Λουκά. Μεταξύ άλλων έργων τέχνης φιλοξενεί το "Μαρτύριο της Αγίας Ιουστίνης" του Πάολο Βερονέζε. Το συγκρότημα ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα πάνω στον τάφο της ομώνυμης αγίας, Ιουστίνης της Πάντοβας. Η Εκκλησία των Ερεμιτάνι, η Santa Sofia, η Εκκλησία του San Gaetano, η 16ου αιώνα μπαρόκ Συναγωγή της Πάντοβας, τα κτίρια του Παλάτσο ντελ Μπο, κέντρου του Πανεπιστημίου, το Δημαρχείο, ονόματι Παλάτσο Μορόνι, ο τοίχος του οποίου καλύπτεται από τα ονόματα των Παντοβάνων, που πέθαναν στους διάφορους πολέμους της Ιταλίας και που εφάπτεται στο Παλάτσο ντελά Ρατζιόνε.
Η Πάντοβα είναι επί μακρόν γνωστή για το πανεπιστήμιό της, ιδρυμένο το 1222. Υπό τη διοίκηση της Βενετίας το πανεπιστήμιο διοικείτο από μια επιτροπή τριών πατρικίων, ονόματι Riformatori dello Studio di Padova. Ο κατάλογος των καθηγητών και των αποφοίτων είναι μακρύς και λαμπρός, περιέχοντας μεταξύ άλλων τα ονόματα των Μπέμπο, Σπερόνε Σπερόνι, Βεσάλιου (ανατόμου), Κοπέρνικου, Φαλόπιο, Φαμπρίτσιο ντ' Ακουαπεντέντε, Γαλιλαίου Γαλιλέι, Ουίλιαμ Χάρβει, Πιέτρο Πομπονάτσι, Ρέτζιναλδ, αργότερα Καρδινάλιου Πόλε, Σκάλιτζερ, Τάσσο και Σομπιέσκι. Εδώ επίσης, το 1678, η Ελενα Λουκρέτσια Κορνάρο Πισκόπια έγινε η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που απόφοιτος πανεπιστημίου. To πανεπιστήμιο φιλοξενεί το παλιότερο θέατρο ανατομίας (1594). Η θέση της Πάντοβας στην ιστορία της τέχνης είναι σχεδόν το ίδιο σημαντική με τη θέση της στην ιστορία της εκπαίδευσης. Η παρουσία του πανεπιστημίου προσέλκυσε πολλούς διακεκριμένους καλλιτέχνες, όπως ο Τζιότο, ο Φρα Φίλλιπο Λίππι και Ντονατέλλο. Και για τη ναίφ τέχνη υπήρχε η σχολή του Φραντσέσκο Σκουαρτσιόνε, από όπου προήλθε ο μεγάλος Μαντένια. Η Πάντοβα είναι επίσης γενέτειρα του περίφημου αρχιτέκτονα Αντρέα Παλλάντιο, του οποίου οι βίλες (εξοχικές κατοικίες) στην περιοχή της Πάντοβας, της Βενετίας, της Βιτσέντζας και του Τρεβίζο είναι από τις ωραιότερες της Ιταλίας και αντιγράφηκαν πολλές φορές το 18ο και 190 αιώνα, και του Τζιοβάνι Μπατίστα Μπελτσόνι, τυχοδιώκτη, μηχανικού και αιγυπτιολόγου. Ο διάσημος γλύπτης Αντόνιο Κανόβα παρήγαγε τα πρώτα του έργα στην Πάντοβα, ένα από τα οποία είναι μεταξύ των αγαλμάτων του Πράτο ντέλα Βαλλε (σήμερα στο ύπαιθρο εκτίθεται αντίγραφο, ενώ το πρωτότυπο είναι στα Μουζέι Τσίβιτσι, Μουσεία της Πόλης). Ενα από τα σχετικότερα με τη ζωή της πόλης μέρη σίγουρα υπήρξε το Αντονιάνουμ. Εγκαταστημένο ανάμεσα στο Πράτο ντέλα βάλλε, την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου και το Βοτανικό Κήπο, χτίστηκε το 1897 από τους Ιησουίτες πατέρες και διατηρήθηκε ζωντανό μέχρι το 2002. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπό την ηγεσία του Π. Μεσόρι Ρονκάλια, έγινε το κέντρο του αντιστασιακού κινήματος κατά των Ναζί. Τελικά επιβίωσε για λίγο μετά το θάνατο του Π. Μεσόρι και πουλήθηκε από τους Ιησουίτες το 2004. Τέλος η πόλη φιλοξενεί το μεγαλύτερο μέρος του έργου "Το ημέρωμα της στρίγγλας" του Ουίλιαμ Σαίξπηρ και στο "Πολύ κακό για το τίποτα" ο Μπένεντικ ονομάζεται "Σινιόρ Μπένεντικτ της Πάντοβας". Στην Πάντοβα γεννήθηκε το 1905 και έζησε ο Πάολο ντε Πόλι, ζωγράφος και συγγραφές διακοσμητικών πάνελ και σχεδιαστικών αντικειμένων, ο οποίος προσκλήθηκε 15 φορές στη Μπιεννάλε της Βενετίας. Ο μουσικός της ηλεκτρονικής μουσικής Τάινγκ Τίφανι γεννήθηκε επίσης στην Πάντοβα.
Τα τελευταία χρόνια του Πετράρκα στο Αρκά της Πάντοβα
Arquà Petrarca, ο μικρός δήμος της επαρχίας της Πάντοβας, όπου έζησε ο Francesco Petrarca τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Στις αρχές του 11ου αιώνα οι πολίτες της Πάντοβα θέσπισαν ένα σύνταγμα, αποτελούμενο από ένα γενικό συμβούλιο ή νομοθετική συνέλευση, και ένα credenza (εκτελεστικό σώμα) . Τον επόμενο αιώνα ενεπλάκησαν σε πολέμους με τη Βενετία και τη Βιτσέντζα για το δικαίωμα ναυσιπλοΐας που ζητούσαν να δοθεί στον Μπατσιλιόνε και στον Μπρέντα. Αυτό σήμαινε ότι η πόλη αύξανε την ισχύ και την αυτοδυναμία της. Άρχισαν να αναδύονται οι μεγάλες οικογένειες Καμποσαμπιέρο, Έστε και Ντα Ρομάνο και να μοιράζονται μεταξύ τους την περιοχή της Πάντοβα.
Ο πύργος της φαμίλιας Έστε στη Φερράρα. Ακολουθεί πορτραίτο του Αλφόνσου του Γ' των Έστε
Οι πολίτες, για να προστατεύσουν τις ελευθερίες τους, αναγκάστηκαν να εκλέξουν ένα ποντεστά. Η πρώτη τους επιλογή ήταν ένας από την οικογένεια Έστε. Mια φωτιά κατέστρεψε την Πάντοβα το 1174, πράγμα που έκανε αναγκαία την πραγματική ανοικοδόμηση της πόλης. Η προσωρινή επιτυχία της Λομβαρδικής Συμμαχίας συνέβαλε στην ενίσχυση των πόλεων. Εντούτοις ο ανταγωνισμός τους τις έκανε πάλι να αδυνατίσουν.
Το αποτέλεσμα ήταν το 1236 ο Φρειδερίκος Β΄ να μπορέσει εύκολα να επιβάλει τον εφημέριό του Ετσελίνο Γ΄ντα Ρομάνο στην Πάντοβα και τις γειτονικές πόλεις, όπου συμπεριφέρθηκε με τρομερή βαναυσότητα στους κατοίκους. Ο Ετσελίνο εκθρονίστηκε το 1256 χωρίς αιματοχυσία αμάχων, χάρις στον Πάπα Αλέξανδρο Δ΄. Tότε η Πάντοβα γνώρισε περίοδο ηρεμίας και ευημερίας. Άρχισε η ανέγερση της βασιλικής του Αγίου και οι Παντοβάνοι έγιναν κύριοι της Βιτσέντζας.
Το 1222 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο της Πάντοβας (το δεύτερο πανεπιστήμιο στην Ιταλία, μετά της Μπολόνιας) και, καθώς άκμασε το 13ο αιώνα, η Πάντοβα ξεπέρασε τη Μπολόνια, όπου δεν είχε γίνει καμία προσπάθεια να επεκταθεί η αναβίωση των αρχαίων κλασικών πέραν από το πεδίο της νομολογίας, για να γίνει κέντρο των πρώτων ανθρωπιστικών ερευνών, με μια από πρώτο χέρι γνώση των Ρωμαίων ποιητών, που ήταν ασυναγώνιστη στην Ιταλία ή πέρα από τις Άλπεις.
Όμως η άνοδος της Πάντοβας στον 13ο αιώνα έφερε τελικά την πόλη σε σύγκρουση με τον Καν Γκράντε ντέλα Σκάλα, άρχοντα της Βερόνας. Το 1311 η Πάντοβα έγινε φόρου υποτελής στη Βερόνα. Ο Τζάκοπο ντα Καρράρα εξελέγη άρχοντας της Πάντοβας το 1318. Από τότε μέχρι το 1405 εννέα μέλη της σχετικά φωτισμένης οικογένειας Καρραρέζι έγιναν ο ένας μετά τον άλλο άρχοντες της πόλης, με την εξαίρεση μιας σύντομης περιόδου επικυριαρχίας των Σκαλιτζέρι μεταξύ 1328 και 1337 και δύο ετών (1338 - 1390) οπότε την πόλη κατείχε ο Τζιανγκαλεάτσο Βισκόντι.
H στέψη, του Τζιανγκαλεάτσο Βισκόντι
Η περίοδος των Καρραρέζι ήταν ένα μακρό διάστημα ανησυχίας, γιατί οι Καρραρέζι ήταν διαρκώς σε πόλεμο. Υπό τους Καρραρέζι οι πρώτοι ουμανιστικοί κύκλοι στο πανεπιστήμιο ουσιαστικά απολύθηκαν. Ο Αλμπερτίνο Μουσάτο, ο πρώτος σύγχρονος ποιητής πτυχιούχος, πέθανε εξόριστος στην Κιόγκα το 1329 και ενδεχόμενος κληρονόμος της παράδοσης της Πάντοβας ήταν ο Τοσκανέζος Πετράρχης.
Γιος ενός Φλωρεντινού εξόριστου, ο Πετράρχης έζησε στην αρχή στην Πίζα και μετά πήγε στην Αβινιόν, έδρα τότε του παπισμού, σημαντικό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της νότιας Ευρώπης. Μετά τις πρώτες σπουδές του στο Καρπαντράς, με δάσκαλο το γραμματικό Κουβενέβολε ντα Πράτο, συνέχισε νομικές σπουδές στο Μονπελιέ και την Μπολόνια (1320)· ξαναγύρισε στην Αβινιόν όταν πέθανε ο πατέρας του. Στην πόλη αυτή, στην εκκλησία Σεντ-Κλερ, συνάντησε το 1327 τη Λορ ντε Νοβ, τη Λάουρά του, που την αγάπησε παράφορα: ο έρωτάς του αυτός θα είναι από εδώ και πέρα το φόντο στον πίνακα της ζωής και του έργου του. Την ίδια εποχή ο Πετράρχης εναρμονίζει μια κοσμική ζωή γεμάτη λάμψη, πολλά ταξίδια και διπλωματικές αποστολές, διακοπτόμενη από περιόδους αυτοσυγκέντρωσης, αφιερωμένες στον στοχασμό και στην ποίηση.
Το 1341 ευτύχησε να στεφθεί ποιητής στη Ρώμη, για το έργο του, που μέχρι τότε αποτελούσαν το μεγάλο επικό ποίημα Africa, γραμμένο στα λατινικά και εμπνευσμένο από το Βιργίλιο και τον Τίτο Λίβιο, οι Epistolae metricae πάνω σε διάφορα θέματα, και το ιστορικό έργο De viris illustribus. Από τη βαθιά όμως θρησκευτική κρίση, που του προκάλεσε η είσοδος του αδελφού του Γκεράρντο στον μοναχικό βίο, γεννήθηκε στα 1342-1343 ένας διάλογος στα λατινικά με τον τίτλο Secretum, ένα είδος εσωτερικού οδοιπορικού όπου, διαβάζοντας τον Άγιο Αυγουστίνο, διερευνά τις αμφιβολίες της πίστης του και την έλλειψη ψυχικής σταθερότητας απέναντι στις ψευδαισθήσεις αυτού του κόσμου. Η εσωτερική αυτή βούληση, που είναι λιγότερο θέληση παραίτησης και περισσότερο επιθυμία εσωτερικής τελείωσης, θα πάρει συγκεκριμένη μορφή στις μικρές πραγματείες του De vita solitaria καιDe otio religioso (1347-1357). Την ίδια εποχή, παρά τη φοβερή είδηση για το θάνατο της Λάουρας, θύματος του λοιμού που ερήμωνε τότε την Ευρώπη (1348), και παρά τα πολλά ταξίδια του, ο Πετράρχης βυθίζεται με πάθος στη μελέτη της αρχαιότητας και συγκεντρώνει γύρω του ένα κύκλο μαθητών, μεταξύ των οποίων και ο Βοκκάκιος, που γίνεται φίλος του.
Στα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του στο Μιλάνο, την Πάντοβα και τη Βενετία, που τα χαρακτήριζε μεγαλύτερη σταθερότητα, εκδηλώνεται μια από τις πιο έντονες φιλολογικές δραστηριότητες. Στη διάρκεια αυτής ακριβώς της περιόδου, ο Πετράρχης συγκεντρώνει σε τόμο τις Επιστολές, γράφει μεταξύ άλλων τους Trionfi, μικρό αλληγορικό ποίημα σε τοσκανική γλώσσα, όπου περιγράφεται, κατά τον τρόπο του Δάντη, η πορεία της ψυχής από το γήινο στο θείο έρωτα και το De remediis utriusque fortunae, ελεύθερους στοχασμούς για την καλή και την κακή τύχη ή για την τέχνη να ζει κανείς ευτυχισμένος, αφιερωμένο στον Άτσο ντι Koρέτζο.
Το αριστούργημα του όμως είναι τα Canzoniere, που τιτλοφορείται επίσης Rime sparseή Rerum vulgariumfragmenta, συλλογή 366 ποιημάτων σε λαϊκή γλώσσα (από τα οποία 317 σονέτα και 29 «καντσόνι») που κατά παράδοση χωρίζεται σε δύο μέρη: In vita και In morte di madonna Laura. Το έργο αυτό, που το σχεδίασε στα 1336-1337, το ξαναδούλεψε και το συμπλήρωσε πολλές φορές. Αν και τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής μιλούν για τον έρωτα, μερικά θίγουν επίσης και πολιτικά ή θρησκευτικά προβλήματα της εποχής. Είναι η ιστορία ενός έρωτα χωρίς ανταπόκριση, το μυστικό ημερολόγιο μιας ερωτικής και συγχρόνως μυστικιστικής αναζήτησης, που συνεχίζεται πάντα σ’ ένα επίπεδο ακραίας έντασης. Εμποτισμένος με τις έμμονες ιδέες και τους μύθους του Μεσαίωνα, μεγάλος θαυμαστής της αρχαιότητας (μανιώδης κυνηγός αρχαίων χειρογράφων, ανακαλύπτει ο ίδιος το Pro Archiaτο 1333), ο Πετράρχης προβάλλει ένα καινούργιο ιδεώδες, το ιδεώδες του ουμανισμού, που θα προσανατολίσει το ευρωπαϊκό αισθητήριο για αιώνες. «Κορυφαίος των Ιταλών ποιητών», οφείλει στο Canzoniere του το τίτλο του μαιτρ της ερωτικής ποίησης. Εναρμονίζοντας στοιχεία δανεισμένα από την αρχαία (αλεξανδρινοί, ελεγειακοί) και τη γαλλική (τροβαδούροι, αυλική λογοτεχνία) παράδοση, σε μια πολύ καλλιεργημένη τοσκανική γλώσσα, που θα έχει βαθιές απηχήσεις σε όλο τον ιταλικό ρεαλισμό του 19ου αι., η ποίηση αυτή θα γίνει αφετηρία του πετραρχισμού. Από το τέλος του 14ου αι. μέχρι το 1550 περίπου, στην αρχή στην Ιταλία και αργότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία (Πλειάδα) ένας αριθμός επιγόνων, περισσότερο ή λιγότερο πιστών στον ιδεαλισμό του Πετράρχη, ξαναγυρίζουν στα θέματά του, στην ερωτική ψυχολογία του, στην ποιητική μορφή των σονέτων του, ωθώντας συχνά την τάση αυτή ως το μανιερισμό και την εκζήτηση.
Τέλος, η επίδραση του Πετράρχη στην ιταλική μουσική κάθε άλλο παρά μικρής σημασίας είναι· είχε ασκηθεί ήδη όσο ζούσε ο ποιητής και ο Γιάκοπο ντα Μπολόνια γράφει μουσική για κείμενά του. Η έκδοση του Canzoniere, που τύπωσε ο Μπάρμπο το 1501, δίνει ένα ορμητικό ξεκίνημα σε μεγάλο αριθμό συνθέσεων των οποίων το πνεύμα, υπό την επίδραση του ποιητή, συντελεί στο να εξελιχτεί γρήγορα η φρόττολα προς το μαδριγάλι. Πολλοί χρησιμοποιούν τη μουσική έκφραση των κειμένων του, που χρησιμοποιήθηκαν επίσης αργότερα στη Γαλλία και στην Αγγλία. Το σπίτι, όπου ο Πετράρχης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο χωριό Αρκά της Τοσκάνης, έχει μετατραπεί σε μουσείο. Εκεί υπάρχουν τα έπιπλά του, αντικείμενα προσωπικής χρήσης αλλά και πίνακές του.

2 σχόλια: